Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Duress
01
αναγκασμός, επιβολή
compulsion or threat used to force someone to act against their will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He signed the contract under duress.
Υπέγραψε τη σύμβαση υπό αναγκασμό.



























