dunderhead
dun
ˈdʌn
dan
der
head
ˌhɛd
hed
thunderhead

Ορισμός και σημασία του "dunderhead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or dull-witted person 
dunderhead definition and meaning
παρωχημένο
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dunderheads
Παραδείγματα
The dunderhead tried to put diesel in a gasoline car. 

Ο ηλίθιος προσπάθησε να βάλει ντίζελ σε ένα αυτοκίνητο βενζίνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store