duffle
Pronunciation
/dˈʌfəl/

Ορισμός και σημασία του "duffle"στα αγγλικά

01

ταξιδιωτική τσάντα, αποσκευές

a large cylindrical bag of heavy cloth; for carrying personal belongings
duffle definition and meaning
02

duffle, χονδρό βαριά μάλλινo ύφασμα

a coarse heavy woolen fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store