dry season
dry
ˈdraɪ
ντραι
sea
si:
σι
son
sʌn
σαν

Ορισμός και σημασία του "dry season"στα αγγλικά

01

ξηρή εποχή, περίοδος ξηρασίας

a season during which there is no rain 
dry season definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dry seasons
Παραδείγματα
The dry season in the region lasts for several months, affecting crop growth. 

Η ξηρή περίοδος στην περιοχή διαρκεί για αρκετούς μήνες, επηρεάζοντας την ανάπτυξη των καλλιεργειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store