Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dry run
01
γενική πρόβα, ξηρή δοκιμή
a practice session in preparation for a public performance (as of a play or speech or concert)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dry runs



























