Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drunkard
01
μεθύστακας, αλκοολικός
a person who drinks alcohol excessively or habitually
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drunkards
Παραδείγματα
The town gossip labeled him a drunkard after seeing him at the bar daily.
Η κουτσομπολίστρα της πόλης τον χαρακτήρισε μεθύστακα αφού τον είδε καθημερινά στο μπαρ.



























