drunkard
drun
ˈdrʌn
dran
kard
kəd
kēd
dunkard

Ορισμός και σημασία του "drunkard"στα αγγλικά

01

μεθύστακας, αλκοολικός

a person who drinks alcohol excessively or habitually 
drunkard definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drunkards
Παραδείγματα
The town gossip labeled him a drunkard after seeing him at the bar daily. 

Η κουτσομπολίστρα της πόλης τον χαρακτήρισε μεθύστακα αφού τον είδε καθημερινά στο μπαρ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store