Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drunkard
01
μεθύστακας, αλκοολικός
a person who drinks alcohol excessively or habitually
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drunkards
Παραδείγματα
She left her husband when he turned into a full-blown drunkard.
Έφυγε από τον σύζυγό της όταν μετατράπηκε σε ολοκληρωμένο μεθύστακα.



























