drupe
drupe
dru:p
ντρουπ
druzedrapedruse

Ορισμός και σημασία του "drupe"στα αγγλικά

01

δρουπ, φρούτο με σκληρό πυρήνα

a type of fruit that consists of an outer fleshy layer, a hard inner shell, and a single seed 
drupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drupes
Παραδείγματα
Birds and animals are attracted to drupes. 

Τα πουλιά και τα ζώα έλκονται από τις δρύπες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drupelet
drupe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store