Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drum out
01
αποβάλλω, εκδιώκω
to remove someone from a group or organization in a shameful manner
Transitive: to drum out sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
drum
ενεστώτας
drum out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drums out
ενεστώτα μετοχή
drumming out
απλός αόριστος
drummed out
παθητική μετοχή
drummed out
Παραδείγματα
The politician was drummed out due to a major ethics violation.
Ο πολιτικός απομακρύνθηκε λόγω σοβαρής ηθικής παραβίασης.



























