to drum out
drum
drʌm
dram
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "drum out"στα αγγλικά

to drum out
01

αποβάλλω, εκδιώκω

to remove someone from a group or organization in a shameful manner 
Transitive: to drum out sb
to drum out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
drum
ενεστώτας
drum out
γ΄ ενικό πρόσωπο
drums out
ενεστώτα μετοχή
drumming out
απλός αόριστος
drummed out
παθητική μετοχή
drummed out
Παραδείγματα
The military decided to drum out the soldier for serious misconduct and violations of the code of conduct. 

Ο στρατός αποφάσισε να αποβάλει τον στρατιώτη για σοβαρή κακή συμπεριφορά και παραβιάσεις του κώδικα συμπεριφοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store