Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drudgery
01
μονοτονική εργασία, επίπονη δουλειά
dull, repetitious, and blue-collar work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
drudgery
drudge



























