drudgery
dru
ˈdrʌ
dra
dge
ʤə
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "drudgery"στα αγγλικά

01

μονοτονική εργασία, επίπονη δουλειά

dull, repetitious, and blue-collar work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store