drowsing
drow
ˈdraʊ
draw
sing
zɪng
zing
dowsingdressingdrowningdropping

Ορισμός και σημασία του "drowsing"στα αγγλικά

01

νυσταγμένος, μισοκοιμισμένος

half asleep 
drowsing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drowsing
συγκριτικός βαθμός
more drowsing
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

drowsing
drowse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store