to drowse
drowse
draʊz
drawz
dowse

Ορισμός και σημασία του "drowse"στα αγγλικά

to drowse
01

κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι

to be in a state of light sleep 
Intransitive
to drowse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
drowse
γ΄ ενικό πρόσωπο
drowses
ενεστώτα μετοχή
drowsing
απλός αόριστος
drowsed
παθητική μετοχή
drowsed
Παραδείγματα
The warm sun and gentle breeze made her drowse on the hammock. 

Ο ζεστός ήλιος και το απαλό αεράκι την έκαναν να λαφριάσει στην αιώρα.

01

λαγοκοιμία, νηστικό ύπνο

a light fitful sleep 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drowses

Λεξικό Δέντρο

drowsing
drowse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store