to drowse
Pronunciation
/dɹˈaʊz/

Ορισμός και σημασία του "drowse"στα αγγλικά

to drowse
01

κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι

to be in a state of light sleep
Intransitive
to drowse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
drowse
γ΄ ενικό πρόσωπο
drowses
ενεστώτα μετοχή
drowsing
απλός αόριστος
drowsed
παθητική μετοχή
drowsed
Παραδείγματα
They drowsed together on the comfortable sofa.
Νυστάζανε μαζί στον άνετο καναπέ.
01

λαγοκοιμία, νηστικό ύπνο

a light fitful sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drowses

Λεξικό Δέντρο

drowsing
drowse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store