droplet
drop
ˈdrɑp
draap
let
lət
lēt
/dɹˈɒplət/

Ορισμός και σημασία του "droplet"στα αγγλικά

01

σταγονίδιο, μικρή σταγόνα

a tiny drop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
droplets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store