alpha
al
ˈæl
āl
pha
aloha

Ορισμός και σημασία του "alpha"στα αγγλικά

01

άλφα, το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου

the first letter of the Greek alphabet, often symbolizing beginnings or primary importance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alphas
Παραδείγματα
The Greek letter alpha is used in scientific equations. 

Το ελληνικό γράμμα άλφα χρησιμοποιείται σε επιστημονικές εξισώσεις.

02

το σημείο εκκίνησης, η προέλευση

the starting point of a series or sequence, often used metaphorically to denote origins 
Παραδείγματα
The book describes the alpha of civilization's rise. 

Το βιβλίο περιγράφει το άλφα της άνοδου του πολιτισμού.

01

άλφα, σε φάση άλφα

early testing stage of a software or hardware product 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

πρώτος, κύριος

first in order of importance 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store