Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drop off
01
κοιμάμαι, λαγοκοιμάμαι
to fall asleep, often unintentionally or unexpectedly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
drop
ενεστώτας
drop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
drops off
ενεστώτα μετοχή
dropping off
απλός αόριστος
dropped off
παθητική μετοχή
dropped off
Παραδείγματα
After a long day at work, she found herself starting to drop off on the couch.
Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, βρέθηκε να αρχίζει να κοιμάται στον καναπέ.
02
κατεβάζω, αφήνω
to take a person or thing to a predetermined location and leave afterwards
Transitive: to drop off sb somewhere
Παραδείγματα
The taxi driver agreed to drop off the passengers at the airport.
Ο ταξιτζής συμφώνησε να κατεβάσει τους επιβάτες στο αεροδρόμιο.
03
μειώνομαι, πέφτω
to become less or be decreased
Intransitive
Παραδείγματα
The enthusiasm for the project started to drop off as challenges arose.
Ο ενθουσιασμός για το έργο άρχισε να μειώνεται καθώς προέκυψαν προκλήσεις.
04
επιδεινώνομαι, μειώνομαι
to deteriorate in terms of condition, quality, or performance
Intransitive
Παραδείγματα
The patient's health started to drop off after the prolonged illness.
Η υγεία του ασθενούς άρχισε να επιδεινώνεται μετά από παρατεταμένη ασθένεια.
05
αποσύρομαι, εγκαταλείπω
to pull back from a place, position, or situation
Intransitive: to drop off | to drop off from a positiotn
Παραδείγματα
Faced with strong opposition, the army decided to drop off from the contested area.
Αντιμέτωπος με ισχυρή αντίθεση, ο στρατός αποφάσισε να αποσυρθεί από την αμφισβητούμενη περιοχή.



























