Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alopecia
01
αλωπεκία
a medical condition characterized by hair loss or baldness, which can occur on the scalp or other parts of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























