Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drone
01
drone, μη επανδρωμένο αεροσκάφος
a flying vehicle such as an aircraft that is controlled from afar and has no pilot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drones
Παραδείγματα
The photographer used a drone to capture stunning aerial shots of the landscape.
Ο φωτογράφος χρησιμοποίησε ένα drone για να καταγράψει εντυπωσιακές αεροφωτογραφίες του τοπίου.
02
κηφήνας, άρρεν μέλισσα
a stingless male bee in a colony of social bees whose only role is to mate with the queen
Παραδείγματα
Worker bees feed the drones until mating season.
Οι εργάτριες μέλισσες τρέφουν τους κήφηδες μέχρι την περίοδο ζευγαρώματος.
03
βόμβος, βουητό
a continuous, unchanging sound or tone
Παραδείγματα
The drone of the engines filled the cabin.
Ο βόμβος των κινητήρων γέμισε το θάλαμο.
04
βουρδόνας, συνεχής τόνος
a pipe on a bagpipe or similar instrument that produces a single sustained tone
Παραδείγματα
The drone of the bagpipe gave depth to the melody.
Ο βουρδών του γκάιντα έδινε βάθος στη μελωδία.
05
αργός, τεμπέλης
a person who moves or acts sluggishly or takes more time than necessary to complete tasks
Παραδείγματα
He's such a drone—everything takes him twice as long.
Είναι τόσο βραδύς—όλα του παίρνουν διπλάσιο χρόνο.
to drone
01
μιλώ μονότονα, μουρμουρίζω
to speak in a continuous, dull, or monotonous tone, often causing boredom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drone
γ΄ ενικό πρόσωπο
drones
ενεστώτα μετοχή
droning
απλός αόριστος
droned
παθητική μετοχή
droned
Παραδείγματα
The teacher droned on about grammar for an hour.
Ο δάσκαλος μίλησε μονότονα για τη γραμματική για μια ώρα.
02
βουίζω, βουίζω
to produce a continuous, low, dull, or monotonous noise
Παραδείγματα
The engines droned in the background.
Οι κινητήρες βούιζαν στο παρασκήνιο.



























