Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drizzle
01
ψιχάλα, μικρή βροχή
rain that falls in small, fine drops, creating a gentle and steady rainfall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After the heavy rain, a drizzle continued into the evening.
Μετά τη βροχή, μια ψιχάλα συνέχισε μέχρι το βράδυ.
to drizzle
01
χύνω σε λεπτή ροή, ψεκάζω
to pour a thin, fine stream of liquid, such as sauce, oil, or syrup, over food
Transitive: to drizzle a liquid over food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
drizzles
ενεστώτα μετοχή
drizzling
απλός αόριστος
drizzled
παθητική μετοχή
drizzled
Παραδείγματα
The chef artfully drizzled balsamic glaze over the Caprese salad, adding a touch of elegance.
Ο σεφ ρίχνει καλλιτεχνικά τη γλάσο βαλσάμικου πάνω από την σαλάτα Καπρέζε, προσθέτοντας μια πινελιά κομψότητας.
02
ψιχαλίζω, βροχίζει ελαφρά
to rain lightly in fine, small drops
Intransitive
Παραδείγματα
The rain continued to drizzle throughout the afternoon, keeping everyone indoors.
Η βροχή συνέχισε να ψιχαλίζει όλο το απόγευμα, κρατώντας όλους μέσα.



























