Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Driver's license
01
άδεια οδήγησης, διπλώμα οδήγησης
a document that proves we can drive a car
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
driver's licenses
Παραδείγματα
He just got his driver's license after passing the driving test last week.
Μόλις πήρε το διπλωμα οδήγησης του αφού πέρασε το τεστ οδήγησης την περασμένη εβδομάδα.



























