driven
driven
drɪvn
drivn
rivengiven

Ορισμός και σημασία του "driven"στα αγγλικά

01

καθοδηγούμενος, οδηγούμενος

caused, guided, or influenced by a particular force, factor, or condition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most driven
συγκριτικός βαθμός
more driven
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Policy decisions were data-driven, based on extensive research. 

Οι πολιτικές αποφάσεις ήταν καθοδηγούμενες από δεδομένα, βασισμένες σε εκτενή έρευνα.

02

αποφασισμένος, φιλόδοξος

showing determination and ambition to achieve one's goals 
επιδοκιμαστικό
Παραδείγματα
She is a highly driven individual who sets ambitious goals and works tirelessly to achieve them. 

Είναι ένα πολύ προσηλωμένο άτομο που θέτει φιλόδοξους στόχους και εργάζεται ακούραστα για να τους πετύχει.

03

συσσωρευμένος από τον άνεμο, οδηγούμενος από τον άνεμο

(of snow) moved or shaped by wind into mounds, ridges, or smooth surfaces 
Παραδείγματα
The road was blocked by driven snow after the storm. 

Ο δρόμος ήταν μπλοκαρισμένος από το παραφερμένο χιόνι μετά τη θύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store