to drive around
drive
ˈdraɪv
draiv
a
ə
ē
round
raʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "drive around"στα αγγλικά

to drive around
01

οδηγώ κάποιον, περιφέρω κάποιον με αυτοκίνητο

drive someone in a vehicle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive around
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives around
ενεστώτα μετοχή
driving around
απλός αόριστος
drove around
παθητική μετοχή
driven around
02

οδηγώ χωρίς στόχο, περιφέρομαι με το αυτοκίνητο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό

to operate a vehicle aimlessly or without a specific destination in mind 
Παραδείγματα
He had no plans, so he just drove around for a while. 

Δεν είχε σχέδια, οπότε απλά οδήγησε χωρίς κατεύθυνση για λίγο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store