to drive around
Pronunciation
/dɹˈaɪv ɐɹˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "drive around"στα αγγλικά

to drive around
01

οδηγώ κάποιον, περιφέρω κάποιον με αυτοκίνητο

drive someone in a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive around
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives around
ενεστώτα μετοχή
driving around
απλός αόριστος
drove around
παθητική μετοχή
driven around
02

οδηγώ χωρίς στόχο, περιφέρομαι με το αυτοκίνητο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό

to operate a vehicle aimlessly or without a specific destination in mind
Παραδείγματα
They decided to drive around the city and explore new neighborhoods.
Αποφάσισαν να οδηγούν χωρίς στόχο γύρω από την πόλη και να εξερευνήσουν νέες γειτονιές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store