Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drip
01
στάζω, σταλάζω
(particularly of water) to fall in small amounts of droplets
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
drip
γ΄ ενικό πρόσωπο
drips
ενεστώτα μετοχή
dripping
απλός αόριστος
dripped
παθητική μετοχή
dripped
Παραδείγματα
Candle wax dripped down the side of the candle as it burned.
Το κερί της κεράτας στάζει κατά μήκος της πλευράς της κεράτας καθώς καιγόταν.
02
στάζω, σταλάζω
to let liquid fall in small drops
Transitive: to drip a liquid
Παραδείγματα
She accidentally dripped paint on the carpet while working.
Έσταξε κατά λάθος μπογιά στο χαλί ενώ δούλευε.
Drip
01
στάξιμο, στάλαγμα
flowing in drops; the formation and falling of drops of liquid
02
στάξιμο, ήχος σταγόνων
a sound made by liquid falling in drops or trickles
03
ένας βαρετός, ένας ανιαρός
a dull or irritating individual
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
The meeting dragged on because of that drip who kept repeating himself.
Η συνάντηση παρατάθηκε λόγω αυτού του βαρετού που συνέχιζε να επαναλαμβάνεται.
04
γείσο, υδρορροή
a projecting edge used to redirect water away from a building's surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drips
05
στυλ, κλάση
style or swagger, especially shown through fashionable or expensive clothing
αργκό
Παραδείγματα
His drip is on another level tonight.
Το ντριπ του είναι σε άλλο επίπεδο απόψε.
Λεξικό Δέντρο
dripping
drip



























