Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drink up
01
πιω μέχρι τελειώσει, τελειώσω το ποτό
to consume the entire contents of a glass, bottle, or other container that holds a beverage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
drink
ενεστώτας
drink up
γ΄ ενικό πρόσωπο
drinks up
ενεστώτα μετοχή
drinking up
απλός αόριστος
drank up
παθητική μετοχή
drunk up
Παραδείγματα
The friends raised their glasses and toasted, encouraging each other to drink up.
Οι φίλοι σήκωσαν τα ποτήρια τους και πρόσφεραν μια πρόποση, ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον να πιουν όλο το ποτήρι.



























