drilling
dri
ˈdrɪ
ντρι
lling
lɪng
λινγκ
/dɹˈɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "drilling"στα αγγλικά

01

γεώτρηση, τρυπανισμός

the act of drilling a hole in the earth in the hope of producing petroleum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

τρήσιμο, γεώτρηση

the process of creating holes in a material
Παραδείγματα
Safety precautions are crucial during the drilling process to avoid accidents.
Οι προφυλάξεις ασφαλείας είναι κρίσιμες κατά τη διαδικασία γιατρήματος για την αποφυγή ατυχημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store