Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drilling
01
γεώτρηση, τρυπανισμός
the act of drilling a hole in the earth in the hope of producing petroleum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Safety precautions are crucial during the drilling process to avoid accidents.
Οι προφυλάξεις ασφαλείας είναι κρίσιμες κατά τη διαδικασία γιατρήματος για την αποφυγή ατυχημάτων.
Λεξικό Δέντρο
drilling
drill



























