drilling
dri
ˈdrɪ
dri
lling
lɪng
ling
trillingquillingshillingswilling

Ορισμός και σημασία του "drilling"στα αγγλικά

01

γεώτρηση, τρυπανισμός

the act of drilling a hole in the earth in the hope of producing petroleum 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

τρήσιμο, γεώτρηση

the process of creating holes in a material 
Παραδείγματα
The drilling of the well took several weeks due to the hard rock layers. 

Η γεώτρηση του πηγαδιού διήρκεσε αρκετές εβδομάδες λόγω των σκληρών στρωμάτων βράχου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drilling
drill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store