Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drift apart
[phrase form: drift]
01
απομακρύνομαι, ξεκολλώ
to gradually become less close or connected, often due to a lack of shared interests or diverging paths
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
drift
ενεστώτας
drift apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
drifts apart
ενεστώτα μετοχή
drifting apart
απλός αόριστος
drifted apart
παθητική μετοχή
drifted apart
Παραδείγματα
As childhood friends grow older, they may naturally drift apart as new responsibilities and commitments arise.
Καθώς οι φίλοι από την παιδική ηλικία μεγαλώνουν, μπορεί φυσικά να απομακρυνθούν καθώς προκύπτουν νέες ευθύνες και δεσμεύσεις.



























