Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dredge up
01
ανασκαλεύω, ξαναθυμάμαι
to bring up or uncover something, especially memories or emotions, that were hidden or forgotten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dredge
ενεστώτας
dredge up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dredges up
ενεστώτα μετοχή
dredging up
απλός αόριστος
dredged up
παθητική μετοχή
dredged up
Παραδείγματα
The documentary aimed to dredge up forgotten stories from the region's history.
Το ντοκιμαντέρ σκόπευε να ανασύρει ξεχασμένες ιστορίες από την ιστορία της περιοχής.



























