Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dream
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dreams
Παραδείγματα
She had a vivid dream about flying over mountains.
Είχε ένα ζωντανό όνειρο για το πέταγμα πάνω από βουνά.
02
όνειρο, οραματισμός
imaginative thoughts indulged in while awake
03
όνειρο, επιθυμία
a wish or a cherished desire, particularly one that is difficult to fulfill
Παραδείγματα
Her dream of becoming a world-renowned artist kept her motivated despite the challenges.
Το όνειρό της να γίνει μια παγκοσμίως αναγνωρισμένη καλλιτέχνις την κράτησε παρακινημένη παρά τις προκλήσεις.
04
όνειρο, χίμαιρα
a fantastic but vain hope (from fantasies induced by the opium pipe)
05
όνειρο
a state of mind characterized by abstraction and release from reality
06
όνειρο, θαύμα
someone or something wonderful
to dream
01
ονειρεύομαι, βλέπω όνειρο
to experience something in our mind while we are asleep
Intransitive: to dream | to dream of sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
dream
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreams
ενεστώτα μετοχή
dreaming
απλός αόριστος
dreamt
παθητική μετοχή
dreamt
Παραδείγματα
Last night, I dreamt of flying over a beautiful landscape.
Χθες το βράδυ, ονειρεύτηκα ότι πετούσα πάνω από ένα όμορφο τοπίο.
02
ονειρεύομαι, λαχταρώ
to think about something that one desires very much
Intransitive: to dream of sth | to dream about sth
Παραδείγματα
I dream of traveling the world and experiencing different cultures.
Ονειρεύομαι να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο και να γνωρίσω διαφορετικούς πολιτισμούς.
Λεξικό Δέντρο
dreamless
dreamlike
dreamy
dream



























