Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drainage
01
στράγγιση, αποστράγγιση
the process of removing excess water or other liquids from an area or system, typically through a network of pipes, channels, or natural slopes
Παραδείγματα
The local government is focusing on improving the drainage in areas prone to flooding during the rainy season.
Η τοπική κυβέρνηση επικεντρώνεται στη βελτίωση της αποστράγγισης σε περιοχές επιρρεπείς σε πλημμύρες κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών.
Λεξικό Δέντρο
drainage
drain



























