to dragoon
dra
drə
drē
goon
ˈgu:n
goon
dragon

Ορισμός και σημασία του "dragoon"στα αγγλικά

to dragoon
01

αναγκάζω, εκφοβίζω

to pressure someone into doing something through intimidation or threats 
Ditransitive: to dragoon sb into sth
to dragoon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dragoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
dragoons
ενεστώτα μετοχή
dragooning
απλός αόριστος
dragooned
παθητική μετοχή
dragooned
Παραδείγματα
The dictator dragooned the opposition into submission through fear and intimidation. 

Ο δικτάτορας ανάγκασε την αντιπολίτευση να υποταχθεί μέσω του φόβου και της εκφοβισμού.

02

καταπιέζω με στρατιωτική βία, υποτάσσω με στρατιωτική βία

to subjugate or persecute a population or group by employing military force 
Transitive: to dragoon a population or group
Παραδείγματα
The colonial power dragooned the indigenous population, forcing them into labor camps. 

Η αποικιακή εξουσία καταναγκαστικά στρατολόγησε τον ιθαγενή πληθυσμό, αναγκάζοντάς τους σε στρατόπεδα εργασίας.

01

ένας δράκων, ένας βαρύς ιππέας

a soldier belonging to a European military unit historically made up of heavily armed cavalrymen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dragoons
Παραδείγματα
The dragoon charged across the battlefield with his saber raised. 

Ο δραγούνος επιτέθηκε διασχίζοντας το πεδίο της μάχης με το σπαθί του υψωμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store