Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dragging
01
επίπονος, επίπονος
marked by a painfully slow and effortful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dragging
συγκριτικός βαθμός
more dragging
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
draggingly
dragging
drag



























