Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dozer
01
μπουλντόζα, ισοπεδωτής
large powerful tractor; a large blade in front flattens areas of ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dozers
Λεξικό Δέντρο
dozer
doze



























