Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doze
01
κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι
to sleep lightly for a short amount of time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doze
γ΄ ενικό πρόσωπο
dozes
ενεστώτα μετοχή
dozing
απλός αόριστος
dozed
παθητική μετοχή
dozed
Παραδείγματα
The students dozed during the boring lecture.
Οι μαθητές κοιμήθηκαν ελαφρά κατά τη διάρκεια της βαρετής διάλεξης.
Doze
01
ελαφρύ ύπνο, υπνάκος
a light fitful sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dozes



























