doze
doze
doʊz
ντουζ
/dˈə‍ʊz/

Ορισμός και σημασία του "doze"στα αγγλικά

to doze
01

κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι

to sleep lightly for a short amount of time
Intransitive
to doze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doze
γ΄ ενικό πρόσωπο
dozes
ενεστώτα μετοχή
dozing
απλός αόριστος
dozed
παθητική μετοχή
dozed
Παραδείγματα
The students dozed during the boring lecture.
Οι μαθητές κοιμήθηκαν ελαφρά κατά τη διάρκεια της βαρετής διάλεξης.
01

ελαφρύ ύπνο, υπνάκος

a light fitful sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dozes

Λεξικό Δέντρο

dozer
doze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store