Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Douche
01
κωνικό ντους, εργαλείο άρδευσης κόλπου
a device used to cleanse or rinse the vagina, typically by introducing the fluid into the vaginal canal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
douches
02
μαλάκας, αρχίδι
a contemptible, arrogant, or unpleasant person
Dialect
American
offensive
slang
vulgar
Παραδείγματα
The douche influencer bragged about his fake lifestyle.
Ο influencer ηλίθιος καυχήθηκε για τον ψεύτικο τρόπο ζωής του.
03
ένα μικρό σύριγγα, ένα κολπικό ντους
a small syringe with detachable nozzles; used for vaginal lavage and enemas
to douche
01
κάνω ντους, πλένω με νερό
direct a spray of water into a bodily cavity, for cleaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
douche
γ΄ ενικό πρόσωπο
douches
ενεστώτα μετοχή
douching
απλός αόριστος
douched
παθητική μετοχή
douched



























