Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doubt
Παραδείγματα
The decision was made quickly, leaving no room for doubt.
02
αμφιβολία, αβεβαιότητα
uncertainty about the truth or factuality or existence of something
to doubt
01
αμφιβάλλω, αμφισβητώ
to not believe or trust in something's truth or accuracy
Transitive: to doubt sth
Παραδείγματα
It 's common to doubt the reliability of information found on the internet.
Είναι σύνηθες να αμφιβάλλει κανείς για την αξιοπιστία των πληροφοριών που βρίσκονται στο διαδίκτυο.
02
αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες
lack confidence in or have doubts about
Transitive: to doubt sb/sth
Παραδείγματα
They doubted her promises, knowing she had broken them before.
Αμφέβαλλαν για τις υποσχέσεις της, γνωρίζοντας ότι τις είχε σπάσει στο παρελθόν.
Λεξικό Δέντρο
doubtful
doubt



























