Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doubt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doubts
Παραδείγματα
Doubt crept into her mind as she pondered the possibility of failure.
Η αμφιβολία διέρρευσε στο μυαλό της καθώς σκεφτόταν την πιθανότητα της αποτυχίας.
02
αμφιβολία, αβεβαιότητα
uncertainty about the truth or factuality or existence of something
to doubt
01
αμφιβάλλω, αμφισβητώ
to not believe or trust in something's truth or accuracy
Transitive: to doubt sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
doubt
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubts
ενεστώτα μετοχή
doubting
απλός αόριστος
doubted
παθητική μετοχή
doubted
Παραδείγματα
She began to doubt her decision after receiving conflicting advice.
Άρχισε να αμφισβητεί την απόφασή της αφού έλαβε αντιφατικές συμβουλές.
02
αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες
lack confidence in or have doubts about
Transitive: to doubt sb/sth
Παραδείγματα
It’s hard not to doubt someone who has lied before.
Είναι δύσκολο να μην αμφισβητήσεις κάποιον που έχει πει ψέματα στο παρελθόν.
Λεξικό Δέντρο
doubtful
doubt



























