doubt
doubt
daʊt
dawt
cloutaboutkrautshout

Ορισμός και σημασία του "doubt"στα αγγλικά

01

αμφιβολία, αβεβαιότητα

a feeling of disbelief or uncertainty about something 
doubt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doubts
Παραδείγματα
Doubt crept into her mind as she pondered the possibility of failure. 

Η αμφιβολία διέρρευσε στο μυαλό της καθώς σκεφτόταν την πιθανότητα της αποτυχίας.

02

αμφιβολία, αβεβαιότητα

uncertainty about the truth or factuality or existence of something 
to doubt
01

αμφιβάλλω, αμφισβητώ

to not believe or trust in something's truth or accuracy 
Transitive: to doubt sth
to doubt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
doubt
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubts
ενεστώτα μετοχή
doubting
απλός αόριστος
doubted
παθητική μετοχή
doubted
Παραδείγματα
She began to doubt her decision after receiving conflicting advice. 

Άρχισε να αμφισβητεί την απόφασή της αφού έλαβε αντιφατικές συμβουλές.

02

αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες

lack confidence in or have doubts about 
Transitive: to doubt sb/sth
Παραδείγματα
It’s hard not to doubt someone who has lied before. 

Είναι δύσκολο να μην αμφισβητήσεις κάποιον που έχει πει ψέματα στο παρελθόν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store