double fault
dou
ˈdʌ
da
ble
bəl
bēl
fault
fɔ:lt
fawlt

Ορισμός και σημασία του "double fault"στα αγγλικά

01

διπλό σφάλμα, δεύτερο σφάλμα σερβίς

(tennis) the failure of a player to successfully serve the ball into the opponent's court twice in a row, resulting in the loss of a point 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double faults
Παραδείγματα
She lost the game after committing a double fault on match point. 

Έχασε το παιχνίδι αφού διέπραξε διπλό λάθος στο σημείο του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store