Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double back
01
γυρίζω πίσω, επιστρέφω από τον ίδιο δρόμο
to reverse one's direction and return along the same route, often to retrace one's steps or evade pursuers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
double
ενεστώτας
double back
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubles back
ενεστώτα μετοχή
doubling back
απλός αόριστος
doubled back
παθητική μετοχή
doubled back
Παραδείγματα
Realizing they had taken the wrong path, the hikers had to double back to find the correct trail.
Συνειδητοποιώντας ότι είχαν πάρει λάθος δρόμο, οι πεζοπόροι έπρεπε να γυρίσουν πίσω για να βρουν το σωστό μονοπάτι.



























