doting
do
ˈdəʊ
dew
ting
tɪng
ting
dopingdating

Ορισμός και σημασία του "doting"στα αγγλικά

01

υπερβολικά στοργικός, λατρευτικός

demonstrating an excessive and unconditional love or affection for someone, often to the point of being overly attentive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doting
συγκριτικός βαθμός
more doting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, relationships
Παραδείγματα
The doting grandparents showered their grandchildren with gifts and affection at every visit. 

Οι περιποιητικοί παππούδες και γιαγιάδες γέμιζαν τα εγγόνια τους με δώρα και αγάπη σε κάθε επίσκεψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

doting
dot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store