Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doting
01
υπερβολικά στοργικός, λατρευτικός
demonstrating an excessive and unconditional love or affection for someone, often to the point of being overly attentive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doting
συγκριτικός βαθμός
more doting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doting aunt never missed an opportunity to spoil her nieces and nephews with fun outings and gifts.
Η στοργική θεία δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να κακομάθει τα ανίψια της με διασκεδαστικές εκδρομές και δώρα.
Λεξικό Δέντρο
doting
dot



























