Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dosage
01
δοσολογία
the quantity of an active agent (substance or radiation) taken in or absorbed at any one time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dosages
02
δοσολογία, δόση
a prescribed amount of medicine that is taken regularly
Παραδείγματα
The doctor adjusted the dosage to better manage her condition.
Ο γιατρός προσάρμοσε τη δόση για να διαχειριστεί καλύτερα την κατάστασή της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dosage
dose



























