dosage
do
ˈdəʊ
dew
sage
sɪʤ
sij
dotage

Ορισμός και σημασία του "dosage"στα αγγλικά

01

δοσολογία

the quantity of an active agent (substance or radiation) taken in or absorbed at any one time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dosages
02

δοσολογία, δόση

a prescribed amount of medicine that is taken regularly 
Παραδείγματα
The doctor adjusted the dosage to better manage her condition. 

Ο γιατρός προσάρμοσε τη δόση για να διαχειριστεί καλύτερα την κατάστασή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store