Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doom
01
καταδικάζω, οδηγώ σε αποτυχία
to intentionally cause something or someone to fail or experience a negative outcome by creating specific conditions
Transitive: to doom sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doom
γ΄ ενικό πρόσωπο
dooms
ενεστώτα μετοχή
dooming
απλός αόριστος
doomed
παθητική μετοχή
doomed
Παραδείγματα
The unethical business practices were sure to doom the company's reputation and success in the long run.
Οι ανήθικες επιχειρηματικές πρακτικές σίγουρα θα καταδίκαζαν τη φήμη και την επιτυχία της εταιρείας μακροπρόθεσμα.
02
καταδικάζω, προορίζω για αποτυχία
to ensure that someone or something has a negative, unavoidable result or fate
Transitive: to doom an effort or activity to a negative outcome
Παραδείγματα
The company’s financial troubles doomed it to eventual closure.
Τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας την καταδίκασαν σε τελική κλείσιμο.
03
καταδικάζω, εκδίδω απόφαση
to declare a judgment or sentence, often condemning someone or something
Transitive: to doom sb to a punishment
Παραδείγματα
The judge doomed the criminal to life imprisonment for his actions.
Ο δικαστής καταδίκασε τον εγκληματία σε ισόβια κάθειρξη για τις πράξεις του.
Doom
01
καταστροφή, μοιραία τύχη
an unavoidable, often tragic or disastrous fate or outcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dooms
Παραδείγματα
The kingdom seemed destined for doom after the invasion.
Το βασίλειο φαινόταν καταδικασμένο στην καταστροφή μετά την εισβολή.
Λεξικό Δέντρο
doomed
doomer
doom



























