Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Donee
01
δικαιούχος, δωρησιούχος
a person or institution that receives valuable resources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
donees
LanGeek



























