donee
Pronunciation
/dˈoʊniː/

Ορισμός και σημασία του "donee"στα αγγλικά

01

δικαιούχος, δωρησιούχος

a person or institution that receives valuable resources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
donees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store