donee
do
do
nee
ˈni:
ni
duennadownydona

Ορισμός και σημασία του "donee"στα αγγλικά

01

δικαιούχος, δωρησιούχος

a person or institution that receives valuable resources 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
donees

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store