Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diver
01
δύτης, καλλιτεχνικός κολυμβητής
someone who jumps into a body of water as a sport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
divers
Παραδείγματα
The diver executed a flawless somersault before entering the water.
Ο δύτης εκτέλεσε μια άψογη σαλτο πριν μπει στο νερό.
02
βουτηχτής, κολυμβητής
large somewhat primitive fish-eating diving bird of the northern hemisphere having webbed feet placed far back; related to the grebes
03
δύτης, καταδύτης
someone who works underwater
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diver
dive



























