Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Divan
01
ντιβάνι, χαμηλός καναπές
a low couch-like seat, typically without a back or arms, often used as a daybed or for additional seating in a living room
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
divans
02
ντιβάνι (μια συλλογή περσικών ή αραβικών ποιημάτων, συνήθως από έναν συγγραφέα)
a collection of Persian or Arabic poems (usually by one author)



























