Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distraction
01
αποσπάσμη, διανοητική αναστάτωση
mental turmoil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
distractions
02
ψυχαγωγία, αποσάθρωση
an entertainment that provokes pleased interest and distracts you from worries and vexations
03
αποσύνθεση, αποσπάται η προσοχή
the act of distracting; drawing someone's attention away from something
04
αποσπάσμη προσοχής, ψυχαγωγία
an obstacle to attention
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
distraction
traction
tract



























