disliked
dis
dɪs
dis
liked
ˈlaɪkt
laikt
psychedspikedliked

Ορισμός και σημασία του "disliked"στα αγγλικά

01

αντιπαθής, περιφρονημένος

regarded with aversion 
disliked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disliked
συγκριτικός βαθμός
more disliked
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

disliked
liked
like
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store