Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dishware
01
σκεύη, σερβίτσια τραπεζιού
tableware (eating and serving dishes) collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dishware
dish
ware



























