Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alleviation
01
ανακούφιση, ανακοπή
the emotional or physical sense of relief experienced when a hardship is eased
Παραδείγματα
He felt a deep alleviation after hearing the surgery was successful.
Ένιωσε μια βαθιά ανακούφιση αφού άκουσε ότι η εγχείρηση ήταν επιτυχής.
02
ανακούφιση, μετρίαση
the process or action of making something distressing less severe or intense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor prescribed medication for the alleviation of chronic back pain.
Ο γιατρός συνέταξε φάρμακα για την ανακούφιση του χρόνιου πόνου στην πλάτη.
Λεξικό Δέντρο
alleviation
alleviate
allevi



























