allergy
a
ˈæ
ā
ller
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "allergy"στα αγγλικά

01

αλλεργία

a medical condition in which one's body severely reacts to a specific substance if it is inhaled, touched, or ingested 
allergy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allergies
Παραδείγματα
Her peanut allergy is so severe that even a small amount can trigger a serious reaction. 

Η αλλεργία της στα φιστίκια είναι τόσο σοβαρή που ακόμη και μια μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αντίδραση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store