direct current
di
rect
ˈrɛkt
rekt
cu
kɜ:
rrent
rənt
rēnt
/daɪɹˈɛkt kˈʌɹənt/

Ορισμός και σημασία του "direct current"στα αγγλικά

Direct current
01

συνεχές ρεύμα, ΣΡ

an electric current that flows in one direction steadily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store