Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Direct current
01
συνεχές ρεύμα, ΣΡ
an electric current that flows in one direction steadily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνεχές ρεύμα, ΣΡ