direct current
di
di
rect
ˈrɛkt
rekt
cu
ka
rrent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "direct current"στα αγγλικά

Direct current
01

συνεχές ρεύμα, ΣΡ

an electric current that flows in one direction steadily 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store