Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diptych
01
δίπτυχο, διπλός πίνακας
a painting or engraving done on two separate pieces of wood that are hinged and can be closed like a book, usually used as an altarpiece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diptychs



























